Deviant Login Shop  Join deviantART for FREE Take the Tour
×

:icondraganthemighty: More from DraganTheMighty




Details

Submitted on
March 20, 2013
File Size
33.7 KB
Link
Thumb

Stats

Views
648
Favourites
30 (who?)
Comments
26
Downloads
1
×
Η ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ


Ήταν μια κόρη, μια φορά,
μια πριγκιπέσα του Βορρά

Στη μάχη την προδώσανε
και στον εχθρό τη ρίξαν,
στο Νότο τη σκλαβώσανε
στα κόκκινα τη ντύσαν.

Κι ήτανε γιος απ' τό Νοτιά
με μια ανάλαφρη καρδιά

Τη μάχη δε φοβότανε,
μα δέ την προκαλούσε,
ήρωας δε γινότανε,
ακόμα δεν τολμούσε.

Σέ 'να παζάρι τη νυχτιά
μάτια συναντηθήκαν,
κρυφτήκαν μέσ' στη σκοτεινιά
τα χέρια ενωθήκαν

Εκείνη τον αγάπησε,
μα ήταν σκλαβωμένη,
Εκείνος δεν τη ρώτησε,
την άφησε πιο μόνη.

Και τώρα συλλογιότανε
και λογισμό είχε ένα
πάθος που δε σβηνότανε,
τα μάτια λαβωμένα

Πώς να πληρώσει το χρυσό
να λύσει τα δεσμά της;
Πώς να πληρώσει το χρυσό
κι αν άξιζε η καρδιά της;

Κόρη στα κόκκινα, αγνή,
χαρίζει την καρδιά της;
Ή μήπως σκέψη πονηρή,
τ' αφέντη η μιλιά της;

     \/\/\/

Ήταν μια κόρη, μια φορά,
μια πριγκιπέσα του Βορρά

Κι ήτανε γιος απ' τό Νοτιά
με μια ανάλαφρη καρδιά.

Σέ 'να παζάρι τη νυχτιά
κρυφά αγαπηθήκαν,
δεν ήταν μόνο μια φορά,
ξανά συναντηθήκαν

Μα η κόρη ήταν στη σκλαβιά
κι ο αφέντης της, ζητούσε,
ο γιος δεν είχε τα φλουριά
κι ούτε σπαθί βαστούσε

Δυο γέροντες κοιτάζανε
και ζήλεψαν τα νιάτα
απ' τό πουγγί τους βγάζανε,
στο γιό χαρίζαν πάντα

Μα λείψανε οι γέροντες
κι η νύχτα δεν περνούσε,
χρυσός, αφέντης και έρωτες
και η καρδιά ποθούσε

Εκείνη πιο αγάπησε
και έκλαψε για 'κείνον,
Μα ο γιος δεν την εκράτησε
και έκλεψε για 'κείνον

Έτσι κρυφά, δίχως φλουριά,
ξανά την αγκαλιάζει,
μα είχε ανάλαφρη καρδιά
κι η σκέψη τον διχάζει

Κόρη στα κόκκινα, αγνή,
χαρίζει την καρδιά της;
Ή μήπως σκέψη πονηρή,
να λύσει τα δεσμά της;

     \/\/\/

Ήταν μια κόρη, μια φορά,
μια πριγκιπέσα του Βορρά

Κι ήτανε γιος απ' τό Νοτιά
με μια ανάλαφρη καρδιά.

Σέ 'να παζάρι τη νυχτιά
μάτια συναντηθήκαν,
κρυφτήκαν μέσ' στη σκοτεινιά,
με πάθος φιληθήκαν

Μα είναι κι άλλη, μια οχιά,
το γιο που αγαπάει,
ζηλεύει, βλέπει τα φιλιά
και στον αφέντη πάει

Κι αφού είν' η κόρη στη σκλαβιά,
ο αφέντης της, ζητάει,
μα ο γιος δεν έχει τα φλουριά
κι ούτε σπαθί κρατάει

Αμέσως τον εδέσανε
κι αυτός παρακαλάει,
την κόρη κάπου πέμψανε,
με δάκρια ξενυχτάει.

Δυο γέροντες τον σώσανε
που ζήλευαν τα νιάτα
και στον αφέντη δώσανε
'κατόφλουρα σαράντα.

Ποτέ ξανά δε θα τη δεί,
μα ακόμα δεν πονάει,
Ποτέ ξανά δε θα τον δεί,
το νιώθει και λυγάει.

     \/\/\/

Ήταν μια κόρη, μια φορά,
μια πριγκιπέσα του Βορρά

Κι ήτανε γιος απ' τό Νοτιά
με μια σκέψη στην καρδιά.

Σέ 'να παζάρι τη νυχτιά
μάτια συναντηθήκαν,
κρυφτήκαν μέσ' στη σκοτεινιά,
τα χέρια ενωθήκαν

Μα εκείνη σκλάβα στη νυχτιά
και εκείνος δεν κρατούσε
ούτε σπαθί, ούτε φλουριά
και με το νου μετρούσε

Κόρη στα κόκκινα, αγνή,
χαρίζει την καρδιά της;
Ή μήπως σκέψη πονηρή,
να σπάσει τα δεσμά της;

Εκείνη όμως δε μετρά,
του δίνει την καρδιά της,
στα μάτια μόνο τον κοιτά
και προσευχή η μιλιά της.

Μια μέρα τους χωρίσανε,
δε βγαίναν τα φλουριά της
και όλοι πια γνωρίσανε
ποιον έχει στην καρδιά της.

Κι ο γιος πια συλλογιότανε
και λογισμό είχε ένα,
πάθος που δε σβηνότανε,
τα μάτια λαβωμένα

Πώς να πληρώσει το χρυσό,
να λύσει τα δεσμά της;
Πώς να πληρώσει το χρυσό
κι αν άξιζε η καρδιά της;

Τη μάχη δε φοβότανε,
μα δεν την προκαλούσε,
ήρωας δε γινότανε,
ακόμα δεν τολμούσε

Δυο γέροντες που γνώριζαν
και ζήλευαν τα νιάτα,
τη γνώμη τους τη δώριζαν,
στο γιο χαρίζαν πάντα

Ο ένας τού 'πε για χρυσό,
να βρεί και να τη σώσει,
και αν δεν έχει αρκετό
ο χρόνος θα του δώσει

Να κάνει λίγη υπομονή,
στον κύρη της να δίνει,
δε θα του λείπει το φλουρί,
εκείνος δε θα αφήνει

Κι ο άλλος τού 'δωσε σπαθί,
γερά να το κρατήσει,
και στον αφέντη της να πει
πως πια να την αφήσει

Κι οι δυο μαζί συμφώνησαν
ότι δεν τον γελάει
Κι οι δυο μαζί συμφώνησαν
ότι τον αγαπάει.

Όμως ο γιος απ' το Νοτιά
με φόβο, σκέψη στην καρδιά,
περνά καιρός και δε μιλά,
περνά καιρός, δεν τη ζητά

Και εκείνη μένει μοναχιά,
άλλη μια σκλάβα στη νυχτιά,
βλέπει δυο γέροντες ρωτά,
όμως απόκριση καμιά.

     \/\/\/

Ήταν μια κόρη, μια φορά,
μια πριγκιπέσα του Βορρά

Κι ήτανε γιος απ' τό Νοτιά
που είχε βάρος στην καρδιά.

Σέ 'να παζάρι τη νυχτιά
μάτια συναντηθήκαν,
κρυφτήκαν μεσ' στη σκοτεινιά,
για πάντα ενωθήκαν

Μα η κόρη ήταν στη σκλαβιά
και τα φλουριά χωρίζουν,
έρχεται τώρα μοναξιά,
τα μάτια της δακρύζουν

Εκείνη κλαίει, τον ζητά,
ακόμα ζαλισμένος,
Εκείνη ψάχνει και ρωτά,
ακόμα θολωμένος

Μα κάτι άλλαξε μετά
ένιωσε κάπως τη καρδιά
βρίσκει δυο γέροντες μιλά
κι αποφασίζει ξαφνικά.

Κρατά σπαθί, βαριά καρδιά,
έχει μαζί του και φλουριά,
ξεκινά μέσ' στη νυχτιά,
μοναχός στη σκοτεινιά.

Μα η μοίρα έχει τα φλουριά
και εκείνη τα μοιράζει,
εχθρό θα βρεί στη σκοτεινιά
και το σπαθί του βγάζει

Του παίρνουν όλα τα φλουριά
και το σπαθί λυγίζει
και μια βαθιά λαβωματιά
στα δύο τον τσακίζει

Μονάχος μέσ' στην ερημιά,
μια ανάσα και σφυρίζει
και τ' άτι μόνο του γυρνά
στους γέρους χλιμιντρίζει

Βαθιά πολύ λαβωματιά,
ποτέ της δε θα κλείσει
κι ο πόνος μέσα στην καρδιά
ποτέ του δε θα σβήσει.

Πέρασε ο χρόνος, ο καιρός
και η πληγή δεν κλείνει
και τέτοιος πόνος φοβερός
για πάντα θα του μείνει.

Μια μέρα τους δυο γέροντες
ξανά θα συναντήσει,
Δεν ήθελε δε ρώτησε
μα ο ένας θα μιλήσει

Ο αφέντης της κανόνισε
αλλού να την πουλήσει

Τον ψάχνει ακόμα, τον κρατά,
ρωτά για τη βουλή του,
Τρέχει το δάκρυ του, κυλά,
κοιτάζει την πληγή του.

     \/\/\/

Ήταν μια κόρη, μια φορά,
μια πριγκιπέσα του Βορρά

Κι ήτανε γιος απ' τό Νοτιά
με μια βαθιά λαβωματιά.

Σέ 'να παζάρι τη νυχτιά
μάτια συναντηθήκαν,
κρυφτήκαν μεσ' στη σκοτεινιά,
αγάπη ορκιστήκαν

Εκείνη σκλάβα απ' τόν Βορρά,
αφέντης την ορίζει,
και εκείνον μια άσχημη νυχτιά
η μοίρα τον τσακίζει.

Δυο γέροντες γνωρίζανε,
τα λόγια πάνε, φέρνουν,
μα δίχως λόγο μείνανε
και λέξη δεν του παίρνουν

Την τελευταία τη φορά
πού 'λαχε να τον δούνε
απόκριση δεν πήρανε
σε 'κείνη για να πούνε

Με πίκρα τους χαιρέτησε,
με μάτια λαβωμένα
και λέξη δεν της χάρισε,
τα χείλη σφραγισμένα.

Δεν ξέρω αν ψέμα πήγανε,
αλήθεια αν της είπαν,
Δεν ξέρω αν την είδανε
ή μήπως της κρυφτήκαν

Κι ούτε άλλο για τους γέροντες,
θαρρώ πως πια χαθήκαν,
γιατί ποτέ τους πια ξανά
μπροστά μου δε φανήκαν

Και για την κόρη απ' τόν Βορρά
ποτέ δεν είχα νέο

Δεν ξέρω αν πίσω γύρισε
κι απ' τόν Βορρά κοιτάει,
αν τα δεσμά της έλυσε,
αφέντη αν προσκυνάει.

Ξέρω μονάχα για το γιό,
πληγή που δε θα κλείσει,
με τη βαθιά λαβωματιά
για πάντοτε θα ζήσει.

     \/\/\/

Ήταν μια κόρη, μια φορά,
μια πριγκιπέσα του Βορρά

Κι ήτανε γιος απ' τό Νοτιά
με μια βαθιά λαβωματιά.

Σέ 'να παζάρι τη νυχτιά
μάτια συναντηθήκαν,
κρυφτήκαν μέσ' στη σκοτεινιά,
αγάπη ορκιστήκαν

Ποτέ ξανά δε θα τη δεί,
Ποτέ ξανά δε θα τον δεί.
Add a Comment:
 
:iconerikthewild:
ErikTheWild Featured By Owner May 17, 2014
Πολυκαλό!
Reply
:icondraganthemighty:
DraganTheMighty Featured By Owner May 17, 2014
Ευχαριστώ.
Reply
:icondraganthemighty:
DraganTheMighty Featured By Owner Apr 16, 2014
Ευχαριστώ.
Reply
:iconjimmyroger:
JimmyRoger Featured By Owner Apr 16, 2014
Φοβερό!!!!
Reply
:icondraganthemighty:
DraganTheMighty Featured By Owner Apr 16, 2014
Ευχαριστώ.
Reply
:iconuglysavag:
UglySavag Featured By Owner Feb 25, 2014
Μπορείς να περιγράψεις μια σκηνη, που συναντιούνται μετά από χρονια;
Reply
:icondraganthemighty:
DraganTheMighty Featured By Owner Feb 25, 2014
Όχι, η ιστορία αυτή τελείωσε, δεν πρόκειται να ξανασυνατηθούν!
Reply
:iconoliviathehealer:
OliviaTheHealer Featured By Owner Feb 25, 2014
Μιας κι είμαι έδω ήθελα να σου πω ότι νόμιζα πως στην επόχη μας δεν γράφονται παραμύθια.
Reply
:icondraganthemighty:
DraganTheMighty Featured By Owner Feb 25, 2014
Έκανες λάθος!
Reply
Hidden by Owner
Add a Comment: